ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σινεμά / Προτάσεις – (La vita è bella): Μια ταινία ύμνος στην αγάπη και στην ανθρώπινη δύναμη ψυχής

0

Ο τίτλος προέρχεται από τη φράση του Λέοντα Τρότσκι. Εξόριστος στο Μεξικό, γνωρίζοντας ότι θα δολοφονηθεί από ανθρώπους του Στάλιν, είδε τη σύζυγό του στον κήπο και έγραψε ότι “η ζωή είναι ωραία”.
Στις ΗΠΑ  έκανε πρεμιέρα με 2,3 εκατομμύρια δολάρια το πρώτο τριήμερο. Οι συνολικές εισπράξεις στο αμερικανικό box office έφτασαν τα 57,5 εκατομμύρια δολάρια και στον υπόλοιπο κόσμο απέφερε 171,6 εκατομμύρια δολάρια. Συνολικά συγκέντρωσε 229,1 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως.
Κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους στις 20 Δεκεμβρίου 1997, στην Ιταλία και στις 23 Οκτωβρίου 1998, στις Ηνωμένες Πολιτείες και απέσπασε εξαιρετικά σχόλια από τους κριτικούς. 

Αφηγείται την ιστορία ενός Ιταλού Εβραίου, τον Γκουίντο, που πρέπει να επιστρατεύσει όλη του τη φαντασία για να βοηθήσει την οικογένειά του που κρατείται στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν-Μπέλζεν.
Ο Γκουίντο, ένας Ιταλός εβραϊκής καταγωγής, φτάνει σε μια μικρή πόλη της Ιταλίας για να πιάσει δουλειά ως σερβιτόρος στο ξενοδοχείο του θείου του. Ο Γκουίντο είναι αστείος και χαρισματικός, ειδικά όταν γνωρίζει μια δασκάλα, τη Ντόρα. Η Ντόρα, όμως, προέρχεται από μια πλούσια, αριστοκρατική, μη εβραϊκή οικογένεια. Η μητέρα της θέλει να καλοπαντρευτεί, αλλά η Ντόρα ερωτεύεται τον Γκουίντο και τη μέρα του γάμου της, κλέβονται.

Περνούν αρκετά χρόνια και τώρα το ζευγάρι έχει ένα γιο, τον Τζιοζέ. Η Ντόρα και η μητέρα της έχουν αποξενωθεί εξαιτίας του γάμου της με τον Γκουίντο αλλά οι σχέσεις τους καλυτερεύουν λίγο πριν τα τέταρτα γενέθλια του εγγονού της.

Η εντολή για το Ολοκαύτωμα μόλις είχε δοθεί και οι Γερμανοί ξεκίνησαν να μαζεύουν όλους τους Εβραίους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Γκουίντο, μαζί με το θείο του και το γιο του αναγκάζονται να επιβιβαστούν σε ένα τρένο με προορισμό ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η Ντόρα αν και ιταλικής καταγωγής και συνεπώς άμοιρη των δεινών που περιμένουν τους εβραίους δεν μπορεί να αποχωριστεί τους άντρες της ζωής της, ζητάει να πάει μαζί τους και μπαίνει στο τρένο οικειοθελώς, αλλά στην συνέχεια χωρίζονται. 
Στο στρατόπεδο, ο Γκουίντο κρύβει το γιο του από τους Ναζί φύλακες, του δίνει κρυφά φαγητό και προσπαθεί να τον κάνει να μην καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει. Έτσι, τον πείθει ότι το στρατόπεδο είναι απλά ένα παιχνίδι, στο οποίο ο παίκτης που θα καταφέρει να μαζέψει 1.000 πόντους θα κερδίσει ένα τανκ. Του λέει αν κλάψει, παραπονεθεί, ζητήσει τη μαμά του ή πει ότι πεινάει θα χάσει.

Ο Γκουίντο τον πείθει ότι οι φύλακες του στρατοπέδου είναι κακοί γιατί θέλουν κι αυτοί να κερδίσουν το τανκ και έτσι όλα τα άλλα παιδιά κρύβονται για να κερδίσουν το παιχνίδι. Όταν ο Τζιοζέ δε θέλει να παίξει άλλο και ζητά να επιστρέψει σπίτι, του λέει ότι είναι λίγους πόντους πριν τη νίκη. Παρά το γεγονός ότι είναι περιτριγυρισμένος από μιζέρια, αρρώστια και θάνατο, ο Τζιοζέ δεν αμφιβάλλει καθόλου για τα λεγόμενα του πατέρα του, χάρη στην πειστική του ερμηνεία και τη δική του αθωότητα.

Η ιστορία του Γκουίντο κρατάει μέχρι το τέλος, όταν μέσα στο χάος που προκάλεσε η αμερικανική εισβολή, λέει στο γιο του να μείνει μέσα σε ένα κουτί μέχρι να φύγουν όλοι, πείθοντάς τον ότι αυτό είναι το τελευταίο μέρος του παιχνιδιού. Ο Γκουίντο, ενώ προσπαθεί να βρει τη Ντόρα, συλλαμβάνεται και πυροβολείται από έναν φύλακα , αλλά όχι πριν κάνει το γιο του να γελάσει για τελευταία φορά.

Ο Τζιοζέ καταφέρνει να επιζήσει και νομίζει ότι νίκησε το παιχνίδι όταν ένα αμερικανικό τανκ φτάνει και απελευθερώνει το στρατόπεδο. Βρίσκει τη μητέρα του, και τις λέει ότι κερδίσανε το παιχνίδι. Χρόνια αργότερα, συνειδητοποιεί τη θυσία του πατέρα του, που του έσωσε τη ζωή.

Η βράβευση του Μπενίνι με Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου αποτελεί τη δεύτερη βράβευση στην ιστορία του θεσμού κατά την οποία ένας ηθοποιός κερδίζει το βραβείο σκηνοθετώντας τον εαυτό του. Ο προηγούμενος ήταν ο Λόρενς Ολίβιε στην ταινία Άμλετ (Hamlet) το 1948. Επίσης, είναι η δεύτερη φορά που το βραβείο κερδίζει ρόλος ερμηνευμένος αποκλειστικά στα ιταλικά. Η προηγούμενη νικήτρια ήταν η Σοφία Λόρεν για την ταινία Η Ατιμασμένη (La Ciociara) το 1960.

Ένταξη του Επιμελητήριου Κορινθίας στο ευρωπαϊκό έργο «EC Programme LIFE»

Previous article

«Αποφύγετε το μαγείρεμα με αλουμινόχαρτο» λέει ο ΠΟΥ

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published.