ΙΣΤΟΡΙΑΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΡΙΝΘΙΑ

Οι Νοταράδες της Κορινθίας και ο Εμφύλιος του 1826: Εξουσία, αντιζηλία και ο αγώνας για τη σταφίδα της Βόχας

0

Γράφει ο Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος,
Ιστορικός – συγγραφέας,
email kostassxoinos@yahoo.com

Η οικογένεια των Νοταράδων ήταν μία μεγάλη ιστορική οικογένεια της Πελοποννήσου με δράση κυρίως στη Κορινθία. Ο Φωτάκος αναφέρει ότι «ἡ οἰκογένεια τῶν Νοταραίων εἶναι μία ἐκ τῶν ἐπισημοτέρων τῆς Πελοποννήσου, διὰ τὴν παλαιότητα καὶ τὴν λαμπρότητα τῆς καταγωγῆς της. Ὁ δὲ Πανοῦτσος ὑπῆρξε πάντοτε πληρεξούσιος καὶ Πρόεδρος τῶν Ἐθνοσυνελεύσεων». Σύμφωνα με τον ιστοριογράφο Ιωάννη Φιλήμων οι Νοταράδες κατείχαν τη δεύτερη τάξη των προεστώτων της Πελοποννήσου.

Από την οικογένεια αυτή βγήκαν άγιοι (Γεράσιμος, Μακάριος), λόγιοι, κληρικοί, αγωνιστές, φιλικοί και στρατιωτικοί οι οποίοι έδρασαν προεπαναστατικά κατά την εξέγερση των Ορλωφικών το έτος 1770. Κατά τη περίοδο της Τουρκοκρατίας οι Νοταράδες απέκτησαν μεγάλη οικονομική και διοικητική δύναμη. Μετά τη δολοφονία του μπέη της Κορίνθου Κιαμήλ, τη καταστροφή και το θάνατο του Δράμαλη, ήταν οι απόλυτοι και αναμφισβήτητοι κυρίαρχοι σε όλη την Κορινθία, παρόλη την αδράνεια και την αντίδρασή τους αρχικά στην έναρξη της Επανάστασης.

Ο Φίνλεϋ γράφει σχετικά: «Οι Νοταραίοι λοιπόν έβλεπαν πιά καθαρά ότι η επανάσταση τους ωφέλησε και επαύξησε τη δύναμή τους και ότι απέβαινε μια επικερδής επιχείρηση, γιατί έπαιρναν τώρα μόνοι αυτοί τους φόρους και επιπλέον είχαν στη διάθεσή τους τα εισοδήματα από τα απέραντα τσιφλίκια του Κιαμήλμπεη και των υπολοίπων Τούρκων που είχαν γίνει Εθνικά». Οι Νοταράδες για να εξουδετερώσουν κάθε αντίδραση των Κορινθίων και για να σταθεροποιήσουν την εξουσία και τη δύναμή τους προσέλαβαν ρουμελιώτικα στρατεύματα, τα οποία πληρώνονταν από τα έσοδα της κορινθιακής σταφίδας (συμπεριλαμβανομένης και της πεδιάδας της Βόχας_, αλλά και από χρήματα μέσω αναγκαστικών εισφορών και εράνων που επέβαλαν στους κατοίκους της επαρχίας Κορίνθου.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ο Ιωάννης Σωτ. Νοταράς (Τρίκαλα Κορινθίας 1805 – Φάληρο 1827) διαδέχθηκε τον πατέρα του Σωτήριο στην αρχηγία των όπλων της Κορινθίας. Έμαθε λίγα γράμματα και λόγω του ωραίου του παρουσιαστικού έγινε γνωστός στο περιβάλλον του ως «το αρχοντόπουλο». Όταν άρχισε η Επανάσταση παρά το νεαρό της ηλικίας του οργάνωσε και συντηρούσε με δικές του δαπάνες στρατιωτικό σώμα αποτελούμενο κυρίως από Πελοποννήσιους και Ρουμελιώτες. Έλαβε μέρος στη πολιορκία της Ακροκορίνθου και μετά τη παράδοση του κάστρου διορίστηκε φρούραρχος. Συμμετείχε στην απόκρουση της στρατιάς του Μαχμούτ Δράμαλη πασά, όπου και διακρίθηκε. Το έτος 1824 έλαβε το βαθμό του στρατηγού σε ηλικία μόλις 19 χρονών. Στις 17.9.1824 εκστράτευσε στα Δεμέστιχα Καλαβρύτων επικεφαλής 656 στρατιωτών.

Μεταξύ αυτών αναφέρονται από Κόρινθο οι:

  • Παναγιώτου Γεωργάκης,
  • Γιαννόπουλος Μήτρος,
  • Ευορίτης Αναστάσης,
  • Ευορίτης Στάθης,
  • Γουρούκος Γιαννάκης,
  • Γκουρούμας Γεωργάκης,
  • Γιορούκος Μήτρος,
  • Ταρταρόπουλος Νικολής,
  • Γιαννόπουλος Νικολάκης,
  • Ταρταράκου Αποστόλης,
  • Κορίνθιος Μήτρος,
  • Κορίνθιος Αδάμ,
  • Γουρούκος Φίλης,
  • Κορίνθιος Χρήστος,
  • Μπουζικιώτης Αποστόλης,
  • Παπαδόπουλος Νικόλας,
  • Γουρούκος Αθανάσιος,
  • Χρυσανθόπουλος Γιαννάκης,
  • Καραντζής Πέτρος,
  • Καραντζής Γεώργης.
  • Από Τρανό Ζευγολατιό οι Αναστασόπουλος Μιχάλης και Ανδριανόπουλος Δημήτριος,
  • από Βόχα οι Μπουντούρης Αθανάσιος, Παπαγκίκας Θύμιος και Τάσιου Παναγιώτης.

Στις εμφύλιες διαμάχες ακολούθησε το θείο του Ανδρέα Ζαϊμη. Στη δεύτερη φάση του εμφυλίου πολέμου βρέθηκε να είναι αντίπαλος της Κυβέρνησης Κουντουριώτη, η οποία κάλεσε για υποστήριξή της στρατεύματα από τη Ρούμελη. Τότε οι δικοί του Ρουμελιώτες που δεν αμείβονταν ικανοποιητικά, τον εγκατέλειψαν και ο ίδιος κατέφυγε στον Άγιο Γεώργιο της Νεμέας.

Μετά την επικράτηση της παράταξης Γεωργίου Κουντουριώτη αναγκάστηκε να παραδοθεί στις 9.12.1824 και δύο μέρες αργότερα μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο, όπου και φυλακίστηκε. Μετά την αποφυλάκισή του τον Ιούλιο του έτους 1825 συγκρότησε και πάλι δικό του σώμα και συμμετείχε στην επανάληψη της πολιορκίας της Πάτρας. Αργότερα πήρε μέρος στην απόκρουση των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ στη Μεσσηνία.

Το έτος 1826 προκάλεσε εμφύλια αναταραχή στην Κορινθία ερχόμενος σε σύγκρουση με τον εξάδελφό του Παναγιώτη Σπήλιου Νοταρά. Προς τα τέλη Ιανουαρίου του έτους 1827 επικεφαλής 1200 Αγωνιστών πήγε στην Αττική και συμμετείχε στις επιχειρήσεις κατά του Κιουταχή υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Διακρίθηκε σε πολλές μάχες και έπεσε μαχόμενος στις 24.4.1827 στην άτυχη μάχη του Ανάλατου.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ο Παναγιώτης (Παναγιωτάκης) Σπήλιου Νοταράς (1803 – 24.10.1873). Αρχικά συμμετείχε από τις 27.3.1821 μαζί με όλους τους Κορίνθιους επί δέκα μήνες στην πολιορκία του Ακροκορίνθου μέχρι την άλωσή του, στις μάχες των Δερβενακίων και Μαύρων Λιθαριών κατά του στρατού του Δράμαλη πασά.

Από το έτος 1823 ακολούθησε τον στρατηγό και εξάδελφό του Ιωάννη Νοταρά. Συμμετείχε στη δεύτερη πολιορκία της Ακροκορίνθου μέχρι την τελική άλωση και στη μάχη που έγινε στις 16.6.1824 στην Άμπλιανη της Στερεάς Ελλάδος. Κατά την επιστροφή του στη Πελοπόννησο πήρε μέρος στις εμφύλιες διαμάχες τα σσόμενος στο πλευρό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με αποτέλεσμα μετά την επικράτηση της παράταξης Κουντουριώτη να φυλακιστεί στην Ύδρα.

Όταν αποφυλακίστηκε, συνεργάστηκε με τον Κολοκοτρώνη στην απόκρουση του Ιμπραήμ. Στις αρχές του έτους 1827 ως επικεφαλής σώματος χιλίων περίπου αγωνιστών πήγε στην Αττική και εντάχθηκε στο στρατόπεδο του Καραϊσκάκη. Μετά το τέλος των επιχειρήσεων στην Αττική επέστρεψε στη Πελοπόννησο και ασχολήθηκε με την αντιμετώπιση του προσκυνήματος. Στις 11.6.1827 έφερε το βαθμό του αντιστράτηγου.

       Ο Κορινθιακός εμφύλιος του έτους 1826

H σύγκρουση στη Κορινθία είχε τοπικό χαρακτήρα και σημειώθηκε κατά τη χρονική περίοδο 1824 -1826 ανάμεσα στον Γιαννάκη και τον Παναγιωτάκη Νοταρά. Η αντιζηλία μεταξύ των δύο αυτών Νοταράδων ήρθε στην επιφάνεια το έτος 1823 όταν η Β΄ Εθνοσυνέλευση έδωσε το προβάδισμα στην Επαρχία της Κορινθίας στον Ιωάννη Νοταρά και του απένειμε το βαθμό του αντιστρατήγου. Εκλέχθηκε τότε αρχηγός των αρμάτων της Κορινθίας και φρούραρχος του Ακροκορίνθου. Τον επόμενο χρόνο έγινε στρατηγός. Αυτό όμως δεν άρεσε στον Παναγιώτη Νοταρά που είδε να παραγκωνίζεται.

Το έτος 1826 η αντιπαράθεσή τους οξύνθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε η επαρχία Κορίνθου να διαιρεθεί σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Από τη μια πλευρά ο στρατηγός Ιωάννης Νοταράς κατείχε το φρούριο του Ακροκορίνθου και είχε ένα στράτευμα που αποτελούνταν στο σύνολό του από Ρουμελιώτες μισθοφόρους.

Από την άλλη, ο αντιστράτηγος Παναγιώτης Νοταράς είχε στο πλευρό του την πλειοψηφία της επαρχίας Κορίνθου. Οι περισσότεροι των Κορινθίων είχαν αγανακτήσει με τη συμπεριφορά του Ιωάννη ο οποίος τους είχε επιβάλει συνεισφορές και αναγκαστικούς εράνους. Επομένως ήθελαν να τον απομακρύνουν από αρχηγό των αρμάτων της επαρχίας και στη θέση του να τοποθετηθεί ο Παναγιώτης.

Άλλη αιτία που οδήγησε στη σύγκρουση των δύο Νοταράδων υπήρξε η ερωτική αντιζηλία. Συγκεκριμένα, η κόρη του άρχοντα της Κορίνθου Θεοχάρη Ρέντη η Σοφία Ρέντη ήταν αρχικά μνηστή του Παναγιώτη Νοταρά. Στη συνέχεια αρραβωνιάστηκε τον Ιωάννη ο οποίος ζήτησε να την παντρευτεί. Ο Παναγιώτης προσβλήθηκε και αποσπάστηκε από τον στρατηγό, επειδή κατεπάτησε τη τιμή του και επειδή ήταν τύραννος της επαρχίας. Αποτέλεσμα της διαμάχης αυτής ήταν η ολοκληρωτική καταστροφή του χωριού Σοφικού τον Μάϊο του έτους 1826.

Ο υπασπιστής του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη Φωτάκος γράφει σχετικά για την αντιζηλία αυτή των Νοταράδων: «Εἶχαν δὲ τότε καὶ οἱ Κορίνθιοι τὸν Ἐμφύλιον Πόλεμον, ὁ ὁποῖος εἶχε δύο αἰτίας, πρῶτον τὴν φιλοδοξίαν των Νοταραίων ποιός ἀπὸ τοὺς δύο νὰ ἄρχη τῶν Κορινθίων, καὶ δεύτερον ἀπὸ ἐρωτικὴν ἀντιζηλίαν. Ἡ ἀρχομανία καὶ τὰ ἐρωτικὰ ἦταν δευτερεύουσες αἰτίες.
Οἱ Νοταραῖοι ἀλληλομάχονταν γιὰ τὰ εἰσοδήματα τῶν ἐθνικῶν κτημάτων τῆς Κορινθίας, κυρίως γιὰ τὶς σταφίδες της Βόχας, καὶ ἐκμεταλλεύονταν τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς». Πρὸς τὴν ἴδια κατεύθυνση ὁ ἱστορικὸς Δ. Κόκκινος ἀναφέρει:
«Ὁ Παναγ. Νοταρὰς ἐκ τοῦ δευτέρου κλάδου τῆς οἰκογενείας δὲν ἠνείχετο τὸ προβάδισμα εἰς τὴν στρατιωτικὴν καὶ οἰκογενειακὴν ἱεραρχίαν καὶ τὴν ἐν γένει ὑπεροχὴν τοῦ ἐξαδέλφου τοῦ Ἰωάννου. Καὶ ἡ πρὸς τοῦτον ἀντιζηλία του εἶχεν ἐκδηλωθῇ φανερὰ ὅταν εἶχεν ἀνατεθῇ ἡ ἀρχηγία τῆς πολιορκίας (τοῦ Ἀκροκορίνθου) εἰς τὸν Ἰωάννη Νοταράν.
Εἰς τὴν μεταξὺ δὲ τῶν δύο ἐξαδέλφων διάστασιν ποὺ εἶχε φθάσει εἰς ρῆξιν, συνέτεινε κατὰ πολὺ τὸ ὅτι διεκδικοῦσαν καὶ οἱ δύο τὴν χεῖρα ὡραιοτάτης κόρης ἐπιφανοῦς οἰκογενείας τῆς Κορίνθου, τῆς Σοφίας Ρέντη.

Οἱ γονεῖς τῆς κόρης μολονότι ὁ Ἰωάννης Νοταρὰς ὡς ὑποψήφιος γαμβρὸς διὰ τὰς πολλὰς χάριτας καὶ τὰς φυσικὰς καὶ τὰς ἐπικτήτους καὶ διὰ τὸν πλοῦτον του θὰ ἦταν ὁ πρίγκηψ τοῦ παραμυθιοῦ, δὲν ἤθελαν οὔτε τὸν ἕνα οὔτε τὸν ἄλλον διὰ νὰ μὴ διαιωνισθῇ τὸ μεταξύ των Νοταραίων μῖσος καὶ ἡ διάστασις εἰς βάρος τῆς γαλήνης τῆς κόρης των. Ἀλλὰ τὸ πάθος εἶχε μείνει εἰς τὰς καρδίας τῶν δύο ἐξαδέλφων».
Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ἀφηγεῖται: «Οἱ σταφίδες ἐκόντευαν νὰ γενοῦν, ὁ Γιάννης καὶ ὁ Παναγιώτης Νοταράδες ἄρχισαν νὰ τρώγουνται. Ἡ αἰτία ἦταν αὐτὴ ἡ Ἐπαρχία τῆς Κορίνθου. Τὸ μεγαλύτερο μέρος ἤθελε ἀρχηγό τον Παναγιώτη. Ὁ Γιάννης ἐπῆρε μισθωτοὺς καὶ ὑποστηριγμένος καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνηση ἤθελε νὰ ὑποχρεώσει τὴν ἐπαρχία νὰ εἶναι ὑπὸ αὐτόν, καὶ ὄχι ὑπὸ τὸν Παναγιωτάκη, καὶ ἔτσι ἄρχισαν καὶ πολεμοῦσαν ἀνάμεσόν των».

Τον Ιούνιο του έτους 1826 η Υπέρτατη Διοίκηση για να προλάβει την όξυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο Νοταράδων, απομάκρυνε από την Κορινθία τον Παναγιώτη Νοταρά. Με διαταγή της αυτός εξεστράτευσε στη Στερεά Ελλάδα συνοδευόμενος από 200 στρατιώτες του και ενώθηκε με τους εκεί οπλαρχηγούς προς αντιμετώπιση του Δερβίς πασά.

Στις 22 Ιουνίου ο Γενικός Αρχηγός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έστειλε γραπτή διαταγή επιστράτευσης που αφορούσε την επαρχία της Κορινθίας για τη σχεδιαζόμενη εκστρατεία στην Αττική εναντίον του Κιουταχή. Στη διαταγή αυτή, που παρατίθεται εν συνεχεία, η στρατολόγηση στη Κορινθία ανατίθεται στους δύο Νοταράδες ξεχωριστά και όχι από κοινού. Γράφει η σχετική διαταγή:

«Πρὸς ἅπαντας τοὺς Δημογέροντας, Προκρίτους καὶ λοιποὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας Κορίνθου. Ὁ Στρατηγὸς Ἰωάννης Νοταρὰς καὶ ὁ ἀντιστράτηγος Παναγιωτάκης διετάχθησαν νὰ παραλάβη ἕκαστος ἐκ τῶν ὁπλοφόρων σας, ὅσους εὐχαρίστως καὶ ἀπαραβιάστως ἀκολουθήσουν τὸν καθένα καὶ νὰ ἔλθουν ὅσον τάχος εἰς τὸ Γενικὸν Στρατόπεδον, εἰδοποιούμενοι λοιπὸν τοῦτο ἁπαξάπαντες, διατάττεσθε χωρὶς ἀναβολῆς καὶ ἀφόβως νὰ ἀκολουθήσετε ὁ καθεὶς εἰς ὅποιον τῶν δύο ἔχει ἀκολουθήσωσι τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον, προσέξατε ὅμως μήπως εὑρίσκοντες πρόφασιν δὲν κινηθῆτε ἀμέσως ἢ μὲ τὸν ἕνα ἢ μὲ τὸν ἄλλον, διότι ἡ ἀνάγκη τῆς πατρίδος καὶ ὁ προκείμενος κίνδυνος μοῦ ὑπαγορεύει νὰ σᾶς στείλω χιλίους στρατιώτας νὰ σᾶς ἐκκινήσουν μὲ τὴν βίαν καὶ μὲ μεγάλην ζημίαν καὶ ἔξοδά σας καὶ τότε θὰ μείνετε ἀνωφελῶς μετανοημένοι».

Σύμφωνα με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη ο αντιστράτηγος Παναγιώτης Νοταράς ακολουθώντας τη διαταγή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στις 24.6.1826 αναχώρησε για την επαρχία Κορίνθου. Την επιστράτευση ανέθεσε στον υπασπιστή του οπλαρχηγό Γιαννάκη Γιουρούκο με την ακόλουθη συνοδευτική επιστολή προς τους χιλιάρχους και καπετάνιους της επαρχίας Κορινθίας όπου έγραφε:

«Ἀπὸ τὰ ἀντίγραφα τὰ ὁποῖα σᾶς παρουσιάζονται τῶν δύο ἐντόνων διαταγῶν τοῦ ἐκλαμπροτάτου Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη της μὲν ἀπὸ 15 της δὲ ἀπὸ 22 Ἰουνίου πληροφορεῖσθε ὅλοι ὅτι, μὲ τὴν ἀπὸ 15 μὲν διατάττομαι ἐντόνως καὶ ἐγὼ νὰ στρατολογήσω ἀνεμποδίστως καὶ ἀπαραβιάστως, καὶ νὰ ἐκστρατεύσω διευθυνόμενος κατὰ τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ τῆς πατρίδας, μὲ τὴν ἀπὸ 22 δὲ διατάττονται ὅλοι οἱ τῆς ἐπαρχίας προκριτοδημογέροντες καὶ κάτοικοι, ἀφόβως καὶ χωρὶς ἀναβολῆς νὰ ἐξακολουθήσουν τὰ ἅρματα ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν, οὗτινος τῶν δύο οἰκειοθελῶς εὐχαριστοῦνται, ἢ τοῦ ἐξοχωτάτου στρατηγοῦ ἢ ὑπὸ τὴν ἰδικήν μου ὁδηγίαν.

Ἐπ’ αὐτῷ λοιπὸν τούτῳ ἐξαποστέλλω τὸν ἰδικό μου Καπετὰν Γιαννάκην Γιουροῦκον νὰ στρατολογήση χωρὶς ἀργοπορίαν καὶ τὰ ἅρματα τοῦ χωριοῦ σας γενικῶς, ὅποιος θέλει εὐχαρίστως καὶ ἀπαραβιάστως νὰ ἀκολουθήση ὑπὸ τὴν ἰδικήν μου ὁδηγίαν, καὶ τὰ ἅρματα τῶν κάτωθεν χωρίων, καὶ νὰ διευθυνθῇ καθ’ ἅς διαταγὰς καὶ ἰδιαιτέρας ὁδηγίας μου πρὸς τὴν Γενναιότητά του ἔχω, ἕως οὐ μετὰ δύο ἡμέρας φθάσω καὶ ἐγώ, καὶ συσωματωθέντες νὰ ἐκστρατεύσωμεν ὁμοῦ κατὰ τὰς διαταγὰς τοῦ ἐκλαμπροτάτου Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ κατὰ τοῦ ἐπαράτου κοινοῦ ἐχθροῦ της πατρίδος.
Ὁ ἰδικός μου ὑπὲρ πατρίδος ἔνθερμος ζῆλος ἀνέκαθεν ἔγινε φανερὸς ἀπὸ τὰς ἀπανταχοῦ ἀόκνους ἐκστρατείας μου, καὶ πρακτικά μου, καὶ τώρα ἔχω τὸν ζῆλον ἀπαράβλεπτον καὶ ἀσύγκριτον, ὥστε καὶ αὐτὴν τὴν ἰδίαν ζωὴν ὑπὲρ πατρίδος νὰ θυσιάσω, ἀλλὰ τώρα φιλοτιμοῦμαι πολὺ περισσότερον νὰ ἐκτελέσω ὅσον δύναμαι καὶ τὰ διαταττόμενα τοῦ κοινοῦ πατρός μας τοῦ Γενικοῦ δηλαδὴ Ἀρχηγοῦ.
Γενναιότατοι χιλίαρχοι καὶ καπετανέοι, Γνωρίσατε καὶ ἡ Γενναιότης σας τὸν μέγαν κίνδυνον τῆς πατρίδος, ἀφίσατε τὰ συνειθισμένα, ἑτοιμάσατε τὰ ἅρματά σας, παρακινήσατε ὅσον δυνατὸν καὶ τὰ ἅρματα τῶν χωρίων σας νὰ σᾶς ἀκολουθήσουν ὅλα, καὶ ἡ Γενναιότης σας νὰ ἀκολουθήσητε ὅποιον καὶ ἀπὸ τοὺς δύο μᾶς θέλετε, διότι ὅπου καὶ ἀπὸ ὅποιον μέρος, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἰς ὅλους, ἀκολουθήση ἀντενέργεια ἢ ἐμπόδιον ἢ ἀργοπορία, ἐγὼ καταμαρτύρομαι κατ’ αὐτοῦ ἔμπροσθεν τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγοῦ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοπέδου καὶ ὅλης τῆς Ἐπαρχίας, καὶ χωρὶς νὰ πολυλογῶ ἐκστρατεύω μὲ ὅσους ἠμπορέσω Ἠπειρώτας καὶ Πελοποννησίους εἰς τὸ Γενικὸν Στρατόπεδον ἀνυπερθέτως. Μούλκι, Χάσο, Θελερό, Μάζι, Βασιλικό, Περιγιάλλι, Βάλτζα μικρή, Μποζικά, Ἰμπραήμπεϊ, Ἀζίζι, Τρανὴ Βάλτζα, Κλημέντη, Κοκόνι, Μπόσνα, Ζεμενό, Κέσαρι, Πουλίτζα, Κιάτο, Σούλι, Δούσια, Μπολάτι, Χατζημουσταφᾶ, Μάτσανι, Καλιάνι, Χασὰν Ἀγᾶ, Στιμάγκα, Λιόπεσι, Μπούζι, Τρανὸ Ζευγολατιό, Δημινιό, Παραδήσι, Ἀσπρόκαμπος, Βραχατέϊκα, Λαλιότη, Βοϊβονδᾶ, Ψάρι, Καστανιά, Λαύκα καὶ Ζαρακάς».

Ο Ιωάννης Νοταράς προσπάθησε να σταματήσει τη στρατολογία στην Κορινθία από τον Παναγιώτη Νοταρά. Μεταφέρθηκαν για το σκοπό αυτό Ρουμελιώτες και Σουλιώτες στη Κόρινθο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πίσω από τη πρωτοβουλία αυτή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη υπό τη μορφή διαταγής επιστράτευσης προς τους δύο Νοταράδες υπάρχουν άλλα κίνητρα και στόχοι.

Ο βαθύτερος σκοπός του Κολοκοτρώνη ήταν ο Παναγιωτάκης Νοταράς να ασκήσει αντιπολίτευση στον Ιωάννη Νοταρά και να έχει πρόσβαση στις προσόδους της Κορινθίας, η εκμετάλλευση των οποίων είχε παραχωρηθεί στον Ιωάννη από το Εκτελεστικό προκειμένου να καταβάλει τους μισθούς των στρατιωτών του. Ο Ζαΐμης ως πρόεδρος του εκτελεστικού υποστήριζε τον Ιωάννη και ο Κολοκοτρώνης τον Παναγιωτάκη.

Μόλις ήρθε στη Κορινθία ο Παναγιωτάκης ζήτησε από το Εκτελεστικό όσα του αναλογούσαν από τις προσόδους των σταφίδων για τη πληρωμή των στρατιωτών του. Το Εκτελεστικό τον διέταξε να τεθεί υπό τις διαταγές του Ιωάννη και του έκανε γνωστό ότι το σύνολο των προσόδων θα το εισέπραττε ο Ιωάννης. Ο Παναγιωτάκης όμως δε δέχθηκε, διότι η διαταγή αυτή του αφαιρούσε κάθε δικαίωμα στην εκμετάλλευση της σταφίδας.

Οι ενέργειες του Ιωάννη Νοταρά κατά του αντιπάλου του Παναγιώτη Νοταρά στην Κορινθία προξένησαν ισχυρές αντιδράσεις από τον άμαχο πληθυσμό της Κορινθίας. Έγιναν τότε θορυβώδεις συγκεντρώσεις, διαμαρτυρίες έντονες και ζήτησαν από τη Κυβέρνηση να τιμωρηθεί ο Ιωάννης Νοταράς. Τότε ο Ζαΐμης προχώρησε στη σύσταση επιτροπής υπό την προεδρία του με σκοπό να μεταβεί στη Κορινθία και να λύσει επί τόπου τη διαφορά. Η επιτροπή αυτή αποτελούνταν από τους Ανδρέα Ζαΐμη, Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Αναγνώστη Δεληγιάννη, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Επιπλέον, ο Ζαΐμης για να αποτρέψει κάθε αξίωση και συμμετοχή του Παναγιώτη Νοταρά στα κέρδη που θα προέκυπταν από την πώληση της σταφίδας, τον διέταξε να εκστρατεύσει υπό τις διαταγές του στρατηγού Ιωάννη Νοταρά προς τον Ισθμό για να αποτρέψει πιθανή κάθοδο του Κιουταχή στο Μοριά. Ο Παναγιώτης δεν υπάκουσε στη διαταγή και απευθύνθηκε προς τον γενικό αρχηγό των όπλων της Πελοποννήσου τον Θ. Κολοκοτρώνη.

Ο Κολοκοτρώνης αντιλαμβανόμενος του παιχνιδιού που γίνονταν, τον προέτρεψε να στρατολογήσει όσους περισσότερους Κορίνθιους μπορούσε και να τον ακολουθήσει στον αγώνα του κατά του Ιμπραήμ που λεηλατούσε τη Πελοπόννησο.

Εξαιτίας αυτού του ανταγωνισμού που υπήρχε μεταξύ των δύο Νοταράδων για τη κυριαρχία στη Κορινθία και της διαμάχης που είχε ξεσπάσει ανάμεσά τους για τον έλεγχο των πλούσιων εισοδημάτων της Βόχας (σταφίδας), η διαδικασία της επιστράτευσης στην επαρχία της Κορινθίας διήρκεσε πάνω από ένα χρόνο. Συγκεντρώθηκαν τελικώς 1200 στρατιώτες από την επαρχία της Κορινθίας.

Ιδιαίτερα διαφωτιστικός είναι ο αντιστράτηγος Παναγιώτης Νοταράς που σε σχετική επιστολή του προς το Εκτελεστικό στις 17.12.1827 γράφει: «Σεβαστὴ Κυβέρνησις. Ἀνέφερον καὶ προχθὲς διὰ ταπεινῆς μου ὅτι (ὕστερον ἀπὸ τὴν ὀλίγην ὀπωσοὺν ἡσυχίαν τῶν κατοίκων τῆς Ἐπαρχίας Κορίνθου) ἐκστρατεύω διὰ τὴν Ἀττικὴν κατὰ διαταγὴν τοῦ Ἀρχιστρατήγου μὲ περίπου τῶν χιλίων διακοσίων πραγματικῶν στρατιωτῶν καὶ κατὰ πρόσκλησιν τοῦ ἰδίου παρεκάλουν νὰ εἰδοποιηθῶ πόθεν ἔχω νὰ λάβω τροφὰς καὶ πολεμοφόδια, μέχρι τοῦδε ἀπάντησιν δὲν εἶδον καὶ τὴν αἰτίαν ἀγνοῶ, ἔκρινα δίκαιον νὰ ἐξαποστείλω μαχμοὺς (ἐπίτηδες) καΐκι, νὰ γράψω πρὸς τὸν ἀδελφόν μου ὅσα ἔπρεπε νὰ εἴπω ὁ ἴδιος διὰ ζώσης, καὶ νὰ παρακαλέσω ἐν ταυτῷ διά της παρούσης μου την Σὴν Κυβέρνησιν νὰ μὲ διατάξη πῶς νὰ φερθῶ, ἂν ἔχω τροφὰς καὶ πολεμοφόδια νὰ ἐκκινήσω, εἰ δὲ νὰ διαλύσω τὸ ὑπὸ ὁδηγίαν μου Σῶμα τὸ ὁποῖον ἔμεινε καὶ μένει δι’ ὅλου ἀπρομήθευτον, καὶ εὐπειθὴς πάντοτε εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος.
Δὲν ἠξεύρω νὰ χρωματίσω την παροῦσαν μου μὲ πομπώδεις λέξεις καὶ νὰ ζητήσω (καθὼς ὄχι ὀλίγοι) τὰ ἀδύνατα εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ἀφίνων αὐτὰ εἰς τὴν φροντίδα τοῦ Ἔθνους μου, ζητῶ μόνον τροφὰς καὶ πολεμοφόδια καὶ ταῦτα δι’ ἐπιστάτου, μὲ τῶν ὁποίων τὴν πρόβλεψιν καὶ εὐχὴν τῆς Σῆς Κυβερνήσεως ἐλπίζω νὰ εἰδοποιήσω ἐν τάχει τὸ εἰς τὸ ἔδαφος τῶν κλεινῶν Ἀθηνῶν φθάσιμόν μου, καὶ ὄχι μόνον μὲ τὸ ὑπὸ ὁδηγίαν μου Σῶμα, ἀλλὰ καὶ μετὰ οὐκ ὀλίγων, κυριωτέρως δὲ τῶν κατοίκων Δερβενίων της Μεγαρίδος προσκαλοῦνταν μὲ καθ’ ἡμέραν καὶ γνωριζόνταν τὴν τῶν ἐχθρῶν κατάστασιν τὴν ὁποίαν παρατρέχω μὴ ἀμφιβάλων ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καλλιοτέραν πληροφορίαν. Εὔελπις ὧν εἰς τὴν ὑπέρ των Γέν. συμφερόντων πρόνοιαν τῆς Σ. Κυβερνήσεως καὶ περιμένων ἐν τάχει σεβαστὴν ἀπάντησιν, μένω μὲ βαθὺ τὸ σέβας».

Σχετικά για τους Νοταράδες της Κορινθίας και τις ένοπλες συγκρούσεις τους γράφει και ο Βρετανός συνταγματάρχης και περιηγητής Thomas Gordon (1788 – 1841): «Τὸν Αὔγουστο τοῦ ἔτους 1826 ἡ Ἐπαρχία τῆς Κορίνθου κατασπαράχθηκε ἐξ αἰτίας τῆς φιλονικίας δύο νεαρῶν ἐξαδέρφων τῆς οἰκογενείας Νοταρά, τοῦ Γιάννη καὶ τοῦ Παναγιώτη. Ἦταν καὶ οἱ δύο ματαιόδοξοι, ἀχρεῖοι καὶ τυραννικοὶ καὶ μάλωναν γιὰ τὴ σοδειὰ τῆς σταφίδας καὶ γιὰ τὴν ὀμορφιὰ μιᾶς ὄμορφης καὶ πλούσιας κληρονόμου,της κόρης του Θεοχάρη Ρέντη. Ὁ Γιάννης Νοταράς, γνωστὸς καὶ ὡς ἀρχοντόπουλο, κρατοῦσε τὸν Ἀκροκόρινθο καὶ εἶχε συγκροτήσει ἕνα σῶμα ἀπὸ Ρουμελιῶτες μισθοφόρους. Τὸν Παναγιώτη Νοταρὰ ὑποστήριζαν οἱ ὁπλοφόροι τῆς Ἐπαρχίας Κορίνθου».

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης εκμεταλλευόμενος την αντιζηλία των Νοταράδων πήρε τον Ακροκόρινθο υπό την επιρροή του. Νέο φρούραρχο στη θέση του Ιωάννη Νοταρά τοποθέτησε τον Γεωργάκη Χελιώτη. Ο Χελιώτης όμως εγκατέλειψε τον Ακροκόρινθο που επέστρεψε πάλι στον έλεγχο του Ιωάννη Νοταρά, ο οποίος είχε αναλάβει και την είσπραξη των φόρων των πλούσιων περιοχών της Βόχας.

Αυτά επιβεβαιώνονται και από επιστολή που έστειλαν τα μέλη της φρουράς της Ακροκορίνθου Αδριανός Πετρίδης και Γεώργιος Πετρόπουλος προς τους προκριτοδημογέροντες των χωριών της Βόχας στις 6.4.1827: «Σᾶς εἶναι γνωστὸ ὅτι τὰ ἐνοίκια τῆς ἐπαρχίας ἔμειναν εἰς τὸν στρατηγὸν Νοταράν, μέρος διὰ τὸ φρούριον καθὼς ἡ Βόχα, Βαροῦσι καὶ Ἅγιος Βασίλειος καὶ μέρος διὰ τὴν ἐκστρατείαν του. Δὲν σᾶς λανθάνει πρὸ τούτοις ὅτι καὶ ἂν εἰς ἄλλον ἤθελε δοθῇ ἡ Βόχα καὶ τὸ Βαροῦσι καὶ ὁ Μουκατὰς δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ κάμη ζάπι. Δὲν λείπομεν μὲ τὸ παρόν μας νὰ σᾶς εἰποῦμεν κατὰ τὸ χρέος μας τὸ γειτονικόν, ὅτι ἂν ἔχετε εὐχαρίστησι νὰ μείνετε ἐν ἡσυχίᾳ νὰ θερίσετε τοὺς καρπούς σας χωρὶς ἐνόχλησιν, νὰ ἀποφασίσετε νὰ προσφέρετε εἰς τὸν στρατηγὸν διὰ οἰκονομίαν του μερικὰ χρήματα, διὰ νὰ μὴν εὑρεθῇ βιασμένος καὶ τὰ δώση τὰ χωρία εἰς τοὺς μπουλουχτζῆδες του καὶ τότε μένετε εὔκαιροι καὶ εἰς ταραχὴν καὶ θὰ ἔχετε τὸ παράπονο, ἡμεῖς χωριστὰ ὅπου βιαζόμεθα ἀπὸ τὸ γειτονικὸ χρέος μας νὰ σᾶς ἰδεάσωμεν, βιαζόμεθα καὶ ἀπὸ τὸν ἄρχοντα Κυρ. Σωτηράκην ὁ ὁποῖος κάθε ἡμέρα μας γράφει την Βόχα καὶ τὴν Βόχα, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς γράφομεν ἂν θέλετε ἐλᾶτε νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν τὸ συμφερώτερον καὶ διὰ λόγου σας καὶ διὰ τὸν στρατηγὸν καὶ τοῦτο κάμετέ το ὀγληγορώτερο ἕως τὸ δειλινὸ νὰ εἶσθε ἐδῶ».

Λίγους μήνες αργότερα, στις 5.8.1827 από τα Τρίκαλα της Κορινθίας ο Παναγιώτης Νοταράς σε σχετική ανέκδοτη μέχρι σήμερα επιστολή (Αρχειακός Τόπος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αριθ. τεκμηρίου 0982) που απέστειλε στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη τον ενημερώνει για τα εισοδήματα της σταφίδας Κορίνθου και Βόχας και γενικότερα της επαρχίας Κορινθίας, καθώς και για άλλα ζητήματα.

Ειδικότερα, σε αυτήν την ανέκδοτη επιστολή μεταξύ άλλων δηλώνει στη σταθερή αφοσίωση και πίστη του προς τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και επιβεβαιώνει τα όσα ανέφεραν τα μέλη της φρουράς της Ακροκορίνθου Αδριανός Πετρίδης και Γεώργιος Πετρόπουλος σχετικά με τον φρούραρχο Ιωάννη Νοταρά. Ειδικότερα, ο Ιωάννης Νοταράς και τα σουλιώτικα στρατιωτικά σώματα που είχε υπό τις οδηγίες του προσπαθούσαν να πάρουν τα εισοδήματα από τους δασμούς της επαρχίας Κορίνθου και δήλωνε αποφασισμένος να μην τους το επιτρέψει.

Ο Παναγιώτης Νοταράς ενημερώνει ότι έστειλε στρατιώτες  σε Κιάτο, Διμηνιό και Ξυλόκαστρο για να προστατεύσουν τους καλλιεργητές από τις καταχρήσεις των «καταφυγόντων παροίκων» και από τις επιδρομές των Τούρκων που έρχονταν από την επαρχία Βοστίτσας. Ζητάει από τον Κολοκοτρώνη οδηγίες για το πώς έπρεπε να κινηθεί στο εξής. Στο τέλος προσθέτει ότι πληροφορήθηκε πώς η φρουρά της Κορίνθου έλαβε τελικώς τη διαταγή της Κυβερνήσεως με την οποία λάμβανε τις προσόδους από την σταφίδα, τα εισοδήματα από τον Ελαιώνα της Κορίνθου και το ¼ των συνολικών προσόδων της Επαρχίας που ανέρχονταν σε 33.000 γρόσια τα οποία όμως ξοδεύθηκαν για τη συντήρηση των στρατιωτών του.

Ακολουθεί η ανέκδοτη επιστολή προς τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

«Σεβαστὲ μοι πάτερ! Σᾶς ἔγραψα προχθὲς περιστατωμένος τὰ κατ’ ἐμὲ δι’ ὃ χωρὶς νὰ ἐκτείνομαι ταυτολογῶν καὶ χωρὶς νὰ παραπονοῦμαι διὰ ποῖον λόγον δὲν ἠξιώθην ἀποκριτικοῦ σας περὶ τῶν ὅσων σᾶς ἔγραψα καὶ ἐγὼ καὶ τὸ δημογεροντεῖον τής ἐπαρχίας, τὸ ὁποῖον ἐλπίζει πολὺ ἀπὸ τὸ μέρος σας προστασίαν καὶ ὑπεράσπισιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, καθώς καὶ ὅλη ἡ Πελοπόννησος, γνωρίζοντες ὅτι ἡ σιωπὴ σας δὲν εἶναι ἄλλοθεν ἢ μὴ βέβαια διότι δὲν ἔτυχεν ἄνθρωπος διὰ τὰ ἐδῶ. Ἂν ὅμως ἢ σᾶς ἐπέρασε ἀπὸ τὴν ἰδέαν, κᾀνένα τὶ τὸ ὁποῖον ἐγὼ οὔτε δύναμαι νὰ φαντασθῶ, ὅ ἐστὶ καμμία δυσαρέσκεια, καὶ διὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐγράψατε μέχρι τοὔδε, εἰδεαζωντές με τὶ αὐτοῦ γίνεται, ὁδηγοῦντες καὶ ἐμὲ τὶ πρέπει νὰ κάμω καὶ πώς πρέπει νὰ ἀκολουθήσω, ἀδικεῖτε τὸν εἰλικρινῆ σας θετὸν υἱὸν Παναγιωτάκην, ὅστις ἀφ’ οὗ σᾶς ἔδωκε τὸν λόγον τῆς τιμῆς του καὶ ἀφιερώθη ὅλος νὰ δουλεύσῃ τὴν Πατρίδα κατὰ τὰς πατρικάς σου ὁδηγίας, θέλει χωρισθῆ τότε ἀπὸ σοῦ, ὅταν παύσῃ τοῦ ζῆν, εἰ δὲ ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ χωρισθῇ καὶ ἀφίνω νὰ τὸ δείξουν αὐτὰ τὰ πράγματα.
Ἐγὼ δὲ σᾶς γράφω τώρα, ὅτι, ἐπειδὴ ἀπὸ τὸ Ναύπλιον μανθάνω βεβαίως οἱ ἐν τῷ φρουρίῳ πασχίζουν ὅλαις δυνάμεσι καὶ μὲ διάφορα μέσα νὰ λάβουν διαταγὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ πάρουν τοὺς δασμοὺς τῶν σταφίδων, καὶ ἐκτὸς τούτου δίδουν καὶ μὲ διαφόρους τρόπους αἰτίας εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοσαύτας, ὥστε ἂν δὲν δυνυθοῦν νὰ κατορθώσουν νὰ λάβουν τοὺς δασμοὺς μὲ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἠμπορέσουν νὰ προξενήσουν καμμίαν σύγχυσιν, ἢ κᾀνένα σχίσμα καὶ νὰ λάβουν αἰτίαν καὶ νὰ ἐκτελέσουν τὸν σκοπόν τους μὲ ἀταξίαν, τὸ ὁποῖον τὸ συμπεραίνομεν καὶ ἀπὸ τὰ κινίματά των καὶ ἀπὸ ἓν γράμμα τους πρὸς τὸ δημογεροντεῖον τὸ ὁποῖον σήμερον ἔλαβεν, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦσιν νὰ μάθουν (προσποιούμενοι ὅτι δὲν τὸ γνωρίζουν) ἐπὶ τίνι λόγῳ καὶ τίνος εἶναι οἱ στρατιῶται οἵτινες εἶναι εἰς τοῦ Κιάτου καὶ Δυμυνιὸ σταλμένοι, τοὺς ὁποίους καθώς τὸ γεν(ικὸν) δημογερ(οντεῖον) καὶ ἐγὼ σᾶς ἐγράψαμεν, ἐστείλαμεν ἐκ συμφόνου, κατὰ παράκλησιν δι’ ἀναφορῶν πολλῶν τῶν ἐκεῖ ἐχόντων σταφίδας καὶ ἀμπέλια ἐπαρχιοτῶν διὰ νὰ ἐμποδίζουν τὰς καταχρήσεις καὶ κλοπὰς τῶν εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη καταφυγόντων παροίκων. Καθὼς ἔστειλα μέρος καὶ εἰς Ξυλόκαστρο, πρὸς ἀσφάλεια τῶν ἐκεῖ τρυγόντων ἐπαρχιωτῶν, ἐπειδὴ ἐμάθομεν ὅτι οἱ ἐχθροὶ διὰ διαλειμμάτων ἐφορμούσαν ἀπὸ τὴν Βοστίτζαν ἔως τὴν Ἀκράταν καὶ ἦτον ὑποψία νὰ μὴ προχωρήσουν καὶ ἕως εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, καὶ αἰχμαλωτίσουν τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ ἐκεῖ τώρα εὐρίσκονται διὰ τὰς σταφίδας των.
Καὶ μετὰ ταῦτα σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὲ γράψετε πῶς πρέπει νὰ ἀκολουθήσω εἰς ὅσα ἀνωτέρω σᾶς γράφω, καὶ περὶ τῶν ἐν τῷ φρουρίῳ, καὶ ἐξαιρέτως περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ῥητῶς νὰ μὲ εἰπίτε τὶ πρέπει νὰ κάμω, ἂν ἰδὼ κᾀνένα κίνημα ἄτακτον ἀπὸ τὰ μέρη ἐκείνων πρὸς διαρπαγὴν τῶν σταφίδων, διότι καὶ τὶ ἀπόφασιν ἐκάμετε ἡ ἐξοχώτης σας αὐτού περὶ αὐτῶν. Διότι ἐγὼ ἔχω ἀπόφασιν, μ’ ὅλην τὴν ἐκ τῆς ἀσθενείας μου ἀδυναμίαν νὰ προτιμήσω τὸν θάνατον, καὶ νὰ μὴν τοὺς ἀφήσω νὰ κάμουν τοὺς σκοπούς τους. Διὰ τὸ ὁποῖον ζητῶ τὴν γνώμην σας καὶ συμβουλήν σας καὶ παρα καλῶ νὰ τὴν λάβω ὅσον τάχος διὰ τοῦ ἰδίου ἀνθρώπου μου.
Τὰ ἐν Ναυπλίῳ τρέχοντα ὡς γνωστά σας εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς τὰ γράψομεν, σᾶς λέγομεν δὲ μόνον ὅτι ὁ ἰδικός μας Γεωργαντᾶς ἀφ’ οὗ τοῦ ἔψαλλε ὅσα τοῦ ἔπρεπε, περὶ ὅσων εἰς τὸ γράμμα σας μ’ ἐγράφετε, μ’ ἀπεκρίθη ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶπε οὔτε ἐνήργησε κατά, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐναντίου ὠμίλησεν καὶ θέλει ὠμιλεῖ καὶ ἐνεργεῖ τοῦ λοιποῦ ὑπὲρ ὅσον δύναται, διὸ μείνετε ἥσυχος, προσθέντων μάλιστα ὅτι ἐκεῖνοι ὁποὺ σᾶς τὰ λέγουν θὰ εἰδοποιηθούν.
Μὲ λύπην μου μεγάλην σᾶς περικλείω ἓν γράμμα τοῦ Γιάννη Δημητρακόπουλου, ἀποκριτικὸν ἑνὸς τεσκερέ, τὸν ὁποῖον βιασθείς ἀπὸ τὰς φωνὰς ἑνὸς ἐπαρχιότου τοῦ ὁποίου ἐκράτει τὸ μουλάρι ἐπὶ λόγω ὅτι τοῦ ἔκλεψαν τὸν τζεμπχανέ, τοῦ ἔγραψα νὰ τὸ δώσῃ ὀπίσω διὰ νὰ μὴν ἀκούη ὁ λαὸς καὶ ἀγανακτεῖ· διὰ τοῦ ὁποίου γραμματός του μὲ ὀνομάζει Κιαμίλμπεη, τὸ ὀποῖον ἐγὼ δὲν ἤλπιζον, διό, δὲν εἶναι μὲ φαίνεται κακόν, να διαταχθοῦν οἱ τοιοῦτοι οὔτε νὰ φέρωνται οὔτε νὰ γράφουν εἰς τοιοῦτον τρόπον, καὶ μάλλιστα ο κ. Ἰωάννης πρέπει νὰ διαταχθῇ ἐντόνως νὰ δώσῃ καὶ ὀπίσω τὸ μουλάρι ἐκείνου τοῦ πτωχοῦ, καὶ ἄλλα δύο ζῶα, τὰ ὁποῖα ἐπῆραν βιαίως ἀπὸ τὸν Ἅγιον Γεώργιον καὶ τὰ κατακρατεῖ χωρὶς κᾀνένα λόγον, διὰ νὰ μὴν τοὺς βιάσῃ ἀδικῶντες τους, καὶ ὑπάγουν πρὸς τὸν ἀρχιστράτηγον παραπονούμενοι διὰ τὰ ζῶα ὁποὺ τοὺς ἐπῆρεν, τὸ ὁποῖον μᾶς κάμνει ἐντροπήν.
Σᾶς περικλείω ν εἰσέτι καὶ ἓν γράμμα ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Α΄. Σώματος τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἀκροκορίνθου πρὸς τὴν ἐξοχότιτά σου, τὸ ὁποῖον τὸ γ(ενικὸν) δημογεροντείον σήμερον μ’ ἔδωσεν διὰ νὰ σᾶς τὸ ἐξαποστείλλω, καὶ παρακαλῶ μὲ τὸ υἱικὸν θάρρος νὰ μὲ εἰδοποιήσῃς διὰ ποίαν αἰτίαν σᾶς γράφουν, ἐπειδὴ μάθε, ὅτι δὲν μ’ ἔγραψαν, ποτὲ ἀπὸ τὸ φρούριον καὶ ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορηθῶ τοὺς σκοπούς των. Περιμένω δὲ μὲ ἀνυπομονησίαν ὁδιγίας περὶ τὰ ὅσα σᾶς γράφω.
Μ’ ὅλον τὸ ἀνῆκον σέβας μένω. 1827 Αὐγούστου 5 Τρίκκαλα ὁ υἱός σου παναγιώτης νοταρᾶς Ταύτας τὰς στιγμὰς ἔλαβον βεβαίαν [[εἴδησιν]] πληροφορίαν γραμμάτων τοῦ Ναυπλίου ὅτι οἱ ἐν τῷ φρουρίῳ ἔλαβον διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβουν τοὺς δασμοὺς τῶν σταφίδων. Ὁμοίως ἐδόθη εἰς αὐτοὺς καὶ ὁ ἐλαιὼν τῆς Κορίνθου καὶ τὸ ἓν τέταρτον τῶν προσόδων τῆς ἐπαρχίας γρ. 33 χιλιάδες, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἔχω ξοδευμένα ὅλα εἰς τὸ στρατιωτικόν μου. Καὶ πῶς πρέπει νὰ γίνη περὶ τούτου; καὶ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω.
Κάμετε ὡστόσον σκέψιν περὶ τῶν δασμῶν ὡς πρέπει καὶ εἰδεάσθε με τὴν γνώμην σας. Διότι ἂν αὐτοὶ λάβουν δασμοὺς ἀπὸ τοὺς νικοκυραίους, ἐμεῖς τὶ πρέπει νὰ κάμομεν; Ἐγὼ εἰσέτι εὐρίσκομαι ὁ ἴδιος εἰς τὰ ἴδια. [πλαγίως, ἀπὸ ἄλλο χέρι
:] Παναγ. Νοταρᾶς Τρίκκαλα 5 Αὐγούστου ἐγράφη Ἀγία Εἰρήνη 7 » ἐλήφθη » 8 ἀπόκρισις».

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο
Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο
  • Πηγές
  • Αρχειακός Τόπος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, https://kolokotronis-archive.org/, αριθμός τεκμηρίου 0982 – επιστολή του Παναγιώτη Νοταρά προς τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη (Τρίκαλα Κορινθίας, 5.8.1827).
  • Κωνσταντίνος Σ. Σχοινοχωρίτης & Ξενοφών Χρ. Ηλίας, Η Βόχα στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας 1821 – 1844, κεφάλαιο Ε΄: Η οικογένεια των Νοταράδων και ο Κορινθιακός Εμφύλιος πόλεμος του έτους 1826 για τον έλεγχο των εισοδημάτων της Βόχας. Η παρουσία στη Βόχα των στρατιωτικών Χατζηγιάννη Μέρτζελλου, Ιωάννη Γιουρούκου και Γεωργίου Λύκου Χελιώτη, σσ 121 – 148, εκδόσεις Καταγράμμα, Ζευγολατειό Κορινθίας, 2024.

Καθαρισμός οικοπέδων: Υποχρεωτικός από 1η Απριλίου – Προθεσμία έως 15 Ιουνίου και αυστηρά πρόστιμα

Previous article

Επιδείνωση καιρού την Τετάρτη: Έκτακτη προειδοποίηση Λιμεναρχείου Κορίνθου για ισχυρές καταιγίδες

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *