Του Χαράλαμπου Κασίμη nonpapers.gr
Καθηγητή Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
πρώην Γενικού Γραμματέα Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης
Οι μαζικές κινητοποιήσεις των αγροτών που εκδηλώνονται σε όλη τη χώρα δεν αποτελούν μια συγκυριακή αντίδραση. Δεν είναι απλώς απόρροια του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ. Είναι η έκφραση μιας βαθιάς, πολυεπίπεδης κρίσης που σοβεί εδώ και χρόνια στον αγροδιατροφικό τομέα και απειλεί πλέον ευθέως τη βιωσιμότητα της ελληνικής υπαίθρου.
Μια γεωργία σε καθεστώς διαρκούς πίεσης
Η οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνικοδημογραφική βιωσιμότητα της ελληνικής γεωργίας έχει υπονομευτεί σοβαρά. Εκτός από τα διαχρονικά διαρθρωτικά προβλήματα, καθοριστικό ρόλο έχουν διαδραματίσει τα τελευταία χρόνια εξωγενείς παράγοντες: η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η κλιματική αλλαγή, αλλά και η ίδια η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), κυρίως μέσα από τον τρόπο εφαρμογής και διακυβέρνησής της στη χώρα μας.
Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες (ΔιαΝΕΟσις, Greenpeace), τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια καταγράφεται διαχρονική αδυναμία μεγέθυνσης της αγροτικής παραγωγής, της παραγόμενης προστιθέμενης αξίας και της παραγωγικότητας εργασίας και εδάφους. Το αποτέλεσμα είναι η μείωση του μέσου καθαρού εισοδήματος ανά εκμετάλλευση κατά 13%, ενώ για τις μικρές εκμεταλλεύσεις η μείωση φτάνει περίπου το 30%.
Παράλληλα, ο αγροτικός πληθυσμός έχει μειωθεί κατά περίπου ένα τρίτο, με τη δημογραφική γήρανση να επιδεινώνεται δραματικά, ιδίως στις μικρές και οικογενειακές εκμεταλλεύσεις.
Η διαμόρφωση μιας διπολικής γεωργίας
Η συνεχιζόμενη κοινωνικοοικονομική διαφοροποίηση οδηγεί στη διαμόρφωση μιας έντονα διπολικής γεωργίας. Από τη μία πλευρά συρρικνώνονται το μέγεθος, η απασχόληση και η ανταγωνιστικότητα των μικρομεσαίων εκμεταλλεύσεων. Από την άλλη, παρατηρείται συγκέντρωση παραγωγικής αξίας, ενισχύσεων, επενδύσεων και κερδοφορίας σε μεγαλύτερες μονάδες.
Ταυτόχρονα ενισχύεται η διείσδυση μεγάλων συμφερόντων, συχνά εκτός της παραδοσιακής αγροδιατροφικής αλυσίδας. Μη αγροτικό επιχειρηματικό κεφάλαιο κατευθύνεται σε επενδύσεις θερμοκηπίων, ενώ επενδυτικά funds εισέρχονται δυναμικά στη μεταποίηση, μεταβάλλοντας ριζικά τους όρους λειτουργίας του αγροδιατροφικού τομέα.
Εκτόξευση κόστους και κρίση διακυβέρνησης
Κατά την τελευταία πενταετία, η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά. Το κόστος παραγωγής αυξήθηκε κατά περίπου 40% από το 2019, το χάσμα μεταξύ τιμών παραγωγού και καταναλωτή διευρύνθηκε, ενώ οι αγρότες βρίσκονται αντιμέτωποι με αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, «ελληνοποιήσεις» προϊόντων, έλλειμμα ρευστότητας, υποβάθμιση κοινωνικών υποδομών στην ύπαιθρο, ακραία καιρικά φαινόμενα και εκτεταμένες ζωονόσους.
Την ίδια στιγμή, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή του Στρατηγικού Σχεδίου της ΚΑΠ ανέδειξαν σοβαρό έλλειμμα στρατηγικής στοχοθέτησης, δημόσιας διαβούλευσης και ουσιαστικής στήριξης των μικρών και μεσαίων εκμεταλλεύσεων. Οι προβληματικές πληρωμές και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ κατέγραψαν με τον πιο ηχηρό τρόπο την κρίση διακυβέρνησης της αγροτικής πολιτικής.
Νέα εποχή, νέα κρίση για την ΚΑΠ
Οι εξελίξεις στο νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ για την περίοδο 2027–2034 επιβαρύνουν περαιτέρω το τοπίο. Η αλλαγή προτεραιοτήτων της Ένωσης υπέρ της άμυνας και του επανεξοπλισμού έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση των πόρων της ΚΑΠ και τη μερική «εθνικοποίησή» της.
Για την Ελλάδα, οι διαθέσιμοι πόροι για την ενιαία ΚΑΠ ανέρχονται σε 14,6 δισ. ευρώ, έναντι 19,3 δισ. ευρώ την περίοδο 2021–2027, καταγράφοντας μείωση άνω του 24%. Σε μια χώρα όπου οι άμεσες ενισχύσεις αντιστοιχούν περίπου στο 50% του αγροτικού εισοδήματος, η μείωση αυτή συνιστά σοβαρή απειλή για τη βιωσιμότητα της οικογενειακής γεωργίας.
Ένα επικίνδυνο σημείο καμπής
Όλα τα παραπάνω συνθέτουν ένα περιβάλλον «πολυκρίσης» για τον αγροδιατροφικό τομέα, ωθώντας τους αγρότες σε μια επικίνδυνη ζώνη βιωσιμότητας. Οι κινητοποιήσεις στους δρόμους εκφράζουν την αγωνία και τη διεκδίκηση ενός νέου στρατηγικού σχεδίου για την αγροτική ανάπτυξη.
Η ελληνική γεωργία και η ύπαιθρος βρίσκονται σε αδιέξοδο. Μόνο ένας ουσιαστικός εθνικός δημόσιος διάλογος και μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση στρατηγικής, θεσμών και δομών της αγροτικής πολιτικής μπορούν να αποτρέψουν την κατάρρευση και να χαράξουν έναν νέο δρόμο για το μέλλον του αγροδιατροφικού τομέα.
















Comments