ΙΣΤΟΡΙΑ

Σαν σήμερα, 14 Ιανουαρίου 1942: Η ιστορία μιας φωτογραφίας

0

της Μυρσίνης Λιοναράκη

Τελευταία νέα

Στα τέλη του Νοεμβρίου του 1942, ο Φράνκλιν Ρούσβελτ προτείνει στον Ουίστον Τσώρτσιλ να γίνει μία συνάντηση μεταξύ των συμμάχων για να συζητήσουν θέματα στρατηγικής. Πρότεινε μάλιστα και συγκεκριμένο – ουδέτερο – μέρος για την συνάντηση: το Κάιρο ή την Μόσχα. Ο Τσώρτσιλ δέχτηκε την ιδέα και αντιπρότεινε σαν περιοχή την Ισλανδία. Από ότι φαίνεται όμως ο Ρούσβελτ δεν είχε καμία διάθεση να ταξιδέψει σε ένα τόσο κρύο μέρος «Θα προτιμούσα ένα ασφαλές μέρος κοντά στο Χαρτούμ ή κάπου νότια στο Αλγέρι» έγραψε συμπληρώνοντας ότι «δεν μου αρέσουν τα κουνούπια». Έτσι κάπως προέκυψε η Καζαμπλάνκα του –γαλλικού τότε – Μαρόκου.

Φυσικά η συνάντηση αυτή κορυφής θα έπρεπε να μείνει εντελώς κρυφή μέχρι την τελευταία στιγμή το οποίο ήταν εύλογο αλλά αποτέλεσε μεγάλο εμπόδιο στο να μετακινηθούν μυστικά τόσα σημαντικά πρόσωπα την ίδια στιγμή. Οι μυστικές υπηρεσίες κουβαλούσαν και έκρυβαν τις βαλίτσες των μελών της αποστολής για να μην δημιουργηθούν υποψίες, ψεύτικα προγράμματα ανακοινώνονταν στον τύπο ενώ για τις μετακινήσεις τους, ηγέτες των συμμάχων χρησιμοποίησαν πολλά και διαφορετικά μέσα παίρνοντας πάντα τις μεγαλύτερες προφυλάξεις.

Για δέκα ολόκληρες μέρες, από τις 14 ως τις 24 Ιανουαρίου 1943, ο Ρούσβελτ, ο Τσώρτσιλ και ανώτατα στρατιωτικά στελέχη συνεδρίαζαν στην Καζαμπλάνκα για να σχεδιάσουν τις προτεραιότητες για την νέα χρονιά. Μαζί τους ήταν και ο γάλλος στρατιωτικός διοικητής Ανρί Ζιρώ και ο Σαρλ Ντε Γκωλ που εκπροσωπούσαν τις δύο διαφορετικές πλευρές της γαλλικής αντίστασης (Ο Στάλιν είχε επίσης προσκληθεί αλλά αρνήθηκε να παραβρεθεί). Οι δύο διοργανωτές της συνάντησης απέκλεισαν τον τύπο από τον χώρο και για λόγους ασφαλείας αλλά και λόγους ελευθερίας, ώστε να μπορούν να εργαστούν χωρίς παρεμβάσεις και χωρίς να προσέχουν την κάθε τους κίνηση. Προς το τέλος του δεκαημέρου, οι επικεφαλής των συμμαχικών δυνάμεων κάλεσαν μία ομάδα περίπου 50 δημοσιογράφων στην Καζαμπλάνκα χωρίς να τους πουν πολλές λεπτομέρειες, παρά μόνο δίνοντάς τους την υπόσχεση ότι θα καλύψουν ένα κοσμοϊστορικό γεγονός.

Όταν έφτασαν, τους οδήγησαν όλους μαζί σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στον κεντρικό δρόμο της πόλης χωρίς πολλά λόγια. Τους έδωσαν μόνο σαφείς και αυστηρές οδηγίες: να μην συζητούν για την αποστολή τους μπροστά σε κανέναν (ακόμα και στους υπαλλήλους του ξενοδοχείου) αλλά να μην μιλούν ούτε μόνοι τους ή μεταξύ τους αφού οι τοίχοι έχουν αυτιά και θα έπρεπε να συμπεριφέρονται σαν να υπάρχουν κοριοί στα δωμάτιά τους.

Στις 24 Ιανουαρίου, την τελευταία ημέρα της συνάντησης κορυφής, οι δημοσιογράφοι συγκεντρώθηκαν στο γρασίδι πίσω από την βίλα του Ρούσβελτ. Τέσσερις λευκές καρέκλες στεκόντουσαν άδειες στον κήπο.

Νωρίς το απόγευμα, η πόρτα της βίλας άνοιξε και ο Τσώρτσιλ, ο Ντε Γκωλ και ο Ζιρώ βγήκαν από μέσα, ενώ Ρούσβελτ κάθισε στην καρέκλα του. Οι ήχοι του φιλμ που γυρίζει και τα κλικ των καμερών, επισκίασαν όλες τις κουβέντες των δημοσιογράφων. «Όταν οι ρεπόρτερ μας είδαν και τους δύο, σχεδόν δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους. Και όταν τους είπαν ότι ήμασταν εκεί σχεδόν για ένα δεκαήμερο, δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα αυτιά τους», γράφει ο Τσώρτσιλ.

Όσο ο Ζιρώ, ο Ρούσβελτ και ο Τσόρτσιλ συζητούσαν χαλαρά στον κήπο χαρίζοντας χαμόγελα και βλέμματα στις κάμερες, ο Ντε Γκωλ κάπνιζε το τσιγάρο του. Ένας φωτογράφος που δεν μπορούσε να αρκεστεί σε ότι βλέπει και ήθελε μία κοινή, συμβολική εικόνα φώναξε στον Ζιρώ και τον Ντε Γκωλ να δώσουν τα χέρια. Και οι δύο τον αγνόησαν μέχρι που ο Ρούσβελτ τους παρότρυνε λέγοντας: «Γιατί όχι χειραψία; Εσείς οι δύο Γάλλοι είστε πιστοί στην πατρίδα σας και αυτό αξίζει μία θερμή χειραψία».

Στάθηκαν, ο Ντε Γκωλ έβγαλε το τσιγάρο από το στόμα του και το κράτησε στην άκρη και έδωσε το χέρι του σε μία φευγαλέα χειραψία. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα που οι φωτογράφοι έχασαν την πόζα και τους ζήτησαν να το ξανακάνουν. Η δεύτερη χειραψία δεν ήταν λιγότερο αμήχανη. Αφού η σκηνή τελείωσε και οι δύο απομακρύνθηκαν, ο Τσώρτσιλ πλησίασε, κάθισε δίπλα στον Ρούσβελτ και άρχισαν να συζητούν. Σε λίγο τους μπήκαν στην παρέα τους και οι δύο γάλλοι. Οι ρεπόρτερ έτρεξαν αμέσως να τους προλάβουν. Η εικόνα ήταν τελικά σίγουρα κοσμοϊστορική. Οι τέσσερις λευκές καρέκλες γέμισαν και ο κήπος άστραψε από τα φλας.

Πηγή: athensvoice

14 Ιανουαρίου 1822: Το “Εμπάτε Έλληνες” του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Ακροκόρινθο!

Previous article

Βελτίωση του καιρού σε όλη την Κορινθία

Next article

You may also like

Comments

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *