
Η συγκλονιστική ιστορία του Σμηναγού Σπυρίδωνα Νανόπουλου και του «Δερβίση» Δημητρίου Παληατσέα, δύο ηρώων της Ελληνικής Αεροπορίας στο Έπος του ’40.
Ο Σμηναγός Νανόπουλος Σπυρίδων γεννήθηκε το 1909 στο Λεόντιο Κορινθίας.
Τον Μάιο του 1927 κατατάχθηκε στη Στρατιωτική Σχολή Αεροπορίας. Αποφοίτησε τον Ιούνιο του επόμενου χρόνου με τον βαθμό του Λοχία και πτυχίο χειριστή αεροπόρου.
Κατά την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρετούσε στην 3η Μοίρα Παρατηρήσεως που δρούσε στο Πόγραδετς.
Σκοτώθηκε στις 6 Ιανουαρίου του 1941 στο Πόγραδετς, εκτελώντας πολεμική αποστολή με αεροπλάνο Henschel 126 στο οποίο επέβαινε ως χειριστής με παρατηρητή τον Επισμηναγό Παληατσέα, όταν το αεροσκάφος του χτυπημένο από εχθρικά πυρά κατέπεσε σε χαράδρα της περιοχής.
Ο Σμηναγός Νανόπουλος Σπυρίδων ήταν πατέρας του επίσης πεσόντα αξιωματικού της Π.Α. Ανθυποσμηναγού (Ι) Νανόπουλου Κωνσταντίνου.
Στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940–1941, οι ελληνικές εφημερίδες δεν έγραφαν στα ρεπορτάζ τους από το μέτωπο τα ονόματα των Ελλήνων αεροπόρων που μάχονταν εναντίον των Ιταλών. Όμως, από τον Νοέμβριο του 1940 άρχισαν να δημοσιεύονται στον τύπο συνεντεύξεις ενός πιλότου σε Μοίρα Παρατήρησης με το παρατσούκλι «Δερβίσης» (ή «Ντερβίσης»). Το προσωνύμιο του δόθηκε εξαιτίας των ακροβατικών ελιγμών που έκανε με το αεροπλάνο του και θύμιζαν τα χορευτικά στροβιλίσματα των δερβίσηδων. Μάλιστα, ήταν το μόνο παρατσούκλι Έλληνα αεροπόρου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που αναγραφόταν τακτικά στις εφημερίδες της εποχής. Έτσι, ο «Δερβίσης» είχε γίνει διάσημος στο ελληνικό λαό, που διάβαζε με θαυμασμό τις περιπέτειές του από τις αερομαχίες με τους Ιταλούς.

Ο αεροπόρος αυτός ήταν ο Σμηναγός Δημήτριος Παληατσέας, που το 1940 υπηρετούσε στη 3η Μοίρα Παρατήρησης. Αρχικά πετούσε με Breguet XIX και στη συνέχεια με Henschel Hs 126 K-6. Στον Πόλεμο του 1940–41, οι Μοίρες Παρατήρησης της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας (ΕΒΑ), όπως ήταν τότε ο επίσημος τίτλος της Πολεμικής Αεροπορίας, συνεργάζονταν στενά με το πεζικό σε ρόλο υποστήριξης και αναγνώρισης. Τα αεροπλάνα τους έφεραν μικρές βόμβες που οι αεροπόροι έριχναν σε χαμηλό ύψος πάνω στις ιταλικές θέσεις στην πρώτη γραμμή. Επίσης, πολυβολούσαν εχθρικούς στόχους στο έδαφος. Οι εμφανίσεις των αεροπλάνων των ελληνικών Μοιρών Παρατήρησης, εκτός από την επίτευξη των επιχειρησιακών στόχων, ανέβαζαν το ηθικό των Ελλήνων φαντάρων στο μέτωπο, καθώς τα περισσότερα αεροπλάνα που έβλεπαν πάνω από τα κεφάλια τους ήταν ιταλικά. Με τον τρόπο αυτό γινόταν αισθητή και η παρουσία ελληνικών αεροπλάνων στο μέτωπο. Όμως, οι αποστολές των συγκεκριμένων Μοιρών ήταν εξαιρετικά επικίνδυνες, αφού προκειμένου να τις εκτελέσουν οι Έλληνες αεροπόροι έπρεπε να κατεβαίνουν σε χαμηλό ύψος και γίνονταν έτσι εύκολοι στόχοι των ιταλικών αντιαεροπορικών και καταδιωκτικών.
Ο Δημήτριος Παληατσέας γεννήθηκε το 1901 στην Πλάτσα Μεσσηνίας. Σύμφωνα με τον Ηλία Καρταλαμάκη, εκτός από εξαίρετος πιλότος, ζούσε ως μποέμ και διέθετε μεγάλη ευφράδεια και αίσθηση του χιούμορ. Για τους λόγους αυτούς, στον πόλεμο του 1940–1941 ο Δημήτριος Παληατσέας, που έφερε τότε τον βαθμό του Σμηναγού, ενεργούσε ως «άτυπος εκπρόσωπος τύπου» των Ελλήνων αεροπόρων. Φυσικά αυτό γινόταν σε γνώση των προϊσταμένων του, που είχαν εγκρίνει την επαφή του με τον τύπο. Στο πλαίσιο αυτό, ως «Δερβίσης», ο Παληατσέας έδινε συνεντεύξεις σε Έλληνες αλλά και ξένους δημοσιογράφους, όπου αφηγούνταν κατορθώματα της Ελληνικής Αεροπορίας από τη σκοπιά των χειριστών της.
Στα τέλη Δεκεμβρίου 1940, λίγες μέρες πριν από τον θάνατό του, ο Δημήτριος Παληατσέας μίλησε σε συνέντευξή του που δημοσιεύθηκε στον αθηναϊκό τύπο είπε μεταξύ άλλων.
– «Ένα βομβαρδιστικό έχουμε, όλο-όλο, μα το μασκαρεύουμε για να ξεγελιούνται οι Ιταλοί. Μία το βάφουμε πράσινο, μία γκριζο, μία του κολλάμε ψεύτικες έλικες. Αν ρωτήσεις τους Ιταλούς, θα σου πουν ότι έχουμε δέκα αεροπλάνα στην Κορυτσά, γιατί τους μπερδέψαμε».
«Το τελευταίο χαμόγελο του Δερβίση και του Κορίνθιου αεροπόρου»
Οι ξεναγήσεις του «Δερβίση» στους ανταποκριτές διακόπηκαν απότομα και οριστικά το μεσημέρι της 6ης Ιανουαρίου 1941, όταν το αεροπλάνο του δεν επέστρεψε πίσω στη βάση του στην Κορυτσά από την τελευταία αποστολή του στο μέτωπο. Μαζί με τον Παληατσέα ήταν ο συνάδελφός του, Σμηναγός Σπυρίδων Νανόπουλος, χειριστής του αεροπλάνου. Περίπου 15 χλμ. δυτικά του χωριού Πόγραδετς, ο ελληνικός στρατός είχε διανοίξει χαρακώματα στο χιόνι και μέσα απ’ αυτά οι στρατιώτες υπερασπιζόταν την περιοχή εναντίον αντεπιθέσεων των Ιταλών. Η αποστολή των Ελλήνων αεροπόρων της 3ης Μοίρας Παρατήρησης στο Πόγραδετς ήταν να επιτηρούν μία χαράδρα που βρισκόταν ανάμεσα στους αντίπαλους στρατούς. Επίσης, χτυπούσαν εχθρικούς στόχους με πολυβολισμούς και τη ρήψη μικρών βομβών. Προκειμένου να πετύχει την αποστολή του, ο Νανόπουλος πετούσε με το αεροπλάνο σε χαμηλό ύψος πάνω από τη χαράδρα. Επιπλέον γνώριζε ότι και μόνο η εμφάνιση του ελληνικού αεροπλάνου πάνω από την πρώτη γραμμή ανέβαζε το ηθικό των Ελλήνων στρατιωτών μέσα στα χαρακώματα. Όμως, έτσι γινόταν εύκολος στόχος για τα ιταλικά αντιαεροπορικά. Ύστερα από πολλές άστοχες βολές των Ιταλών εναντίον του, αυτό τελικά χτυπήθηκε από το βλήμα ενός ελαφρού ιταλικού αντιαεροπορικού πυροβόλου. Αυτό πήρε φωτιά και κατέπεσε κοντά στο χωριό Ντεμλίτση. Οι δύο Έλληνες αεροπόροι που ήταν το πλήρωμά του βρήκαν ακαριαίο θάνατο. Οι ξένοι και Έλληνες δημοσιογράφοι στην Κορυτσά πληροφορήθηκαν ότι το αεροπλάνο του «Δερβίση» είχε καταπέσει πίσω από τις ιταλικές γραμμές αλλά όχι ότι είχε σκοτωθεί. Μία εβδομάδα αργότερα, στις 13 Ιανουαρίου 1941, τα «Αθηναϊκά Νέα» δημοσίευσαν ένα κείμενο που είχε γράψει για τον Παληατσέα μία Αμερικανίδα δημοσιογράφος, η Nella Cook, που τον περίμενε να γυρίσει από την τελευταία αποστολή του.
Ο αεροπόρος που κορόιδευε τους Ιταλούς και τους έριχνε παλιά παπούτσια και κουραμάνες…
«…. Έχετε ακούσει για τη γελιοποίηση των Ιταλών από τον Ντερβίση; Για τους τενεκέδες που έριχνε στις γραμμές τους από το αεροπλάνο; Έριχνε παλιά παπούτσια, κούτσουρα κι επιστολές. Μία ημέρα ξεκίνησε με μία επιστολή δεμένη σε κουραμάνα που έγραφε ιταλικά.
– Επειδή στα ανακοινωθέντα σας αναγγέλετε ότι πεινάμε, σας πληροφορούμε ότι περισσεύει και αυτή η κουραμάνα για σας. Αφού έριξε τις βόμβες του, τον κυνήγησαν τα εχθρικά καταδιωκτικά, αλλά τους ξέφυγε μέσα σε μία χαράδρα (…..) Είδε όμως ότι είχε ξεχάσει την κουραμάνα. Γύρισε και την έριξε.
– Πώς εκτίθεσαι έτσι ασκόπως; Τον μάλωσαμε. Εκείνος απάντησε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο μόνο, σαν να μας έλεγε: Το μόνο που μπορεί να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο είναι το γέλιο. Στο πρόσωπο του Ντερβίση η ευφυΐα των Ελλήνων ήταν καταρράκτης. Ό,τι είχε το χάριζε, τα ρούχα του, το φαγητό του, το γέλιο του, τον εαυτό του ολόκληρο. Μεγάλος μόρτης και μεγάλος κύριος συγχρόνως. Ιππότης σπάταλος. Ξενυχτήσαμε μαζί του, µας είχε µαγέψει τόσο με το κέφι του που είχε χθες το βράδυ. Έως τις 5 το πρωί φωνάζαμε γύρω του, με εκείνο στο θρόνο του αντιβασιλιά, τη ράχη μιάς καρέκλας. Το πρωί, έδεσε πέτρες σ’ ένα μεταξωτό βρακί, που κάποιος του είχε στείλει ανώνυμα με γράμμα, και το έριξε (στους Ιταλούς).
– Εντάξει, μας είπε το μεσημέρι. Μόλις μίλησε, ακούστηκε βαριά βοή βομβαρδιστικών αεροπλάνων και πήγαμε στο καταφύγιο (…) Όταν αργότερα έμαθε ο Ντερβίσης ότι οι βόμβες έπεσαν στην εκκλησία και σ’ ένα σωρό σπίτια γύρω της, συνοφρυώθηκε.
– Θα μου το πληρώσουν, είπε. Και κοιτώντας τον σύντροφό του ήρωα Νανόπουλο, συνεννοήθηκαν χωρίς να ανταλλάξουν λέξη, και γραμμή για το αεροδρόμιο. Και εμείς περιμένουμε. Το παρατηρητήριο δεν άκουσε βολή αντιαεροπορικού ούτε κανενός είδους βολή. «Έκρηξη μηχανής», λένε. Πώς μπορούσε να είναι; Ποιος ξέρει;
Πηγές: Κωνσταντίνος Λαγός ιστορικός, ΠΑ. Σ. ΟΙ. Π. Α. Πανελλήνιος Σύλλογος Οικογενειών Πεσόντων Αεροπόρων















Comments