Γράφει η Γωγώ Σπ. Καρακούση
Το Σάββατο του Ρουσαλιού, το Ψυχοσάββατο δηλαδή της Πεντηκοστής, είναι τόσο φορτισμένο από μνήμη, απώλεια και αποχωρισμό, ώστε οι ανθρώπινες ψυχές εύχονται να περάσει και να μη γυρίσει.
Όλα τα Σάββατα να παν’ να ’ρθουν,
το Σάββατο του Ρουσαλιού να πάει και να μην έρθει.
Και πως ταιριάζει αυτό με μια σφεντόνα;
Μα είναι η σφεντόνα που μου έφτιαξε ο μπαμπάς μου, η δική μας σφεντόνα, που δεν πέταξα ποτέ και πριν κανα δυο μέρες τυχαία βρέθηκε μπροστά μου. Μια απλή σφεντόνα που έβαζα κάποτε στην τσέπη μου και μού έδινε την αίσθηση της ελευθερίας. Ίσως όπως δίνει σήμερα ένα κινητό σε ένα παιδί, την αίσθηση ότι κρατά στα χέρια του έναν μικρό κόσμο, μόνο που τότε η δική μου σφεντόνα δεν είχε οθόνη και μπαταρία, ήταν τόσο μικρή, τόσο «μάγκικη», έτσι την έβλεπα τότε, και τόσο σπουδαία.
Ευτυχώς πέρασαν πολλά «συγυρίσματα» στο σπίτι από τότε που την έπαιρνα μαζί μου και όμως, πάντα κάτι υπήρχε σε αυτή τη σφεντόνα, που με έκανε να την κρατάω. Δεν ήταν απλώς ένα παιδικό παιχνίδι, ήταν ένα κομμάτι από εκείνον που μου την έφτιαξε.
Μια διχάλα από τη λεμονιά στην αυλή, που είχε κλαδέψει ο μπαμπάς, ένα κομμάτι δέρμα από μια χαλασμένη ζώνη, λάστιχο από σαμπρέλα και λίγο σκοινί. Τότε που τα υλικά ήταν πολύτιμα και φυλάγονταν όλα «για όταν χρειαστούν».
Πόση χαρά.
Μου θυμίζει ακόμα τον μπαμπά μου, αν και έχει φύγει χρόνια. Λες και από μόνη της βγήκε πάλι μπροστά μου τώρα, που πλησιάζει το Ψυχοσάββατο με τα «χρυσά κόλλυβα» του ρουσαλιού που οι ψυχές εύχονται να μην ξαναρθει… Σύμφωνα με τη λαϊκή πίστη οι ψυχές θα επιστρέψουν πάλι πίσω χορτασμένες, αφού θα έχουν δει τα αγαπημένα τους πρόσωπα και ίσως μαζί με αυτά ο δικός μου μπαμπάς να είδε και τη σφεντόνα μας…
Δεν τη χρησιμοποιώ πια…
Όμως τη θυμάμαι σαν τώρα, θυμάμαι τον μπαμπά μου να μου δείχνει πώς να την κρατάω και μου έδινε την αίσθηση ότι μπορούσα να πετάξω ψηλά. Θυμάμαι να σημαδεύω την πέτρα μου να περάσει πάνω από τα καλώδια της ΔΕΗ, σαν να ήθελα να δω μέχρι πού μπορεί να φτάσει.
Θυμάμαι ακόμα τον μπαμπά μου να μου λέει πως εκείνοι δεν είχαν παιχνίδια και με κάτι τέτοια, σαν τη σφεντόνα μου, έπαιζαν. Και ήταν αυτή η σφεντόνα που αισθανόμουν πως με συνέδεε με τον μπαμπά μου ως παιδί, και σκεφτόμουν μακάρι να ήμουν τότε εκεί να τον γεμίσω παιχνίδια, αλλά ξέρω πως το ίδιο σκεφτόταν αυτός για μένα και δεν τον ένοιαζε το «τότε» το δικό του. Περίμεναν, μου έλεγε, πώς και πώς να βρεθεί στα χέρια τους κανένα τενεκεδάκι κονσέρβας για να το κάνουν αυτοκινητάκι, όταν βέβαια είχαν χρόνο να παίξουν και έκλεινε τη φράση του με το «δύσκολα μα όμορφα χρόνια», αυτή τη διφορούμενη πρόταση που με προβλημάτιζε και μου ήταν τόσο μα τόσο δυσνόητη, τότε… και εγώ αισθανόμουν τόσο τυχερή που είχα τη σφεντόνα μου και προσπαθούσα να στείλω όλο και πιο ψηλά την πέτρα μου, στον ουρανό, εκεί όπου κάποτε θα κατέληγε ο δημιουργός της.
Και να που τώρα, τόσα χρόνια μετά, δεν είναι η πέτρα που ανεβαίνει ψηλά, είναι αυτή η γλυκιά ανάμνηση, η επιθυμία να πάει ψηλά και να μπορέσει να δει την πέτρα μου ξανά ο μπαμπάς μου, να δει τί έχω κάνει και να μου πει ένα μεγάλο «μπράβο» ακόμα και για το τόσο δα μικρό μου κατόρθωμα και να γεμίσει η ψυχή του ενθουσιασμό και περηφάνεια.
Το Ψυχοσάββατο αυτό έκανε τη σφεντόνα μου γέφυρα μνήμης και τα χρυσά κόλλυβα υπόσχεση επιστροφής. Φτιαγμένα από απλά υλικά και τα δύο, η σφεντόνα μου και τα κόλλυβα, κουβαλούν τόση αξία. Η σφεντόνα μας μαθαίνει πώς να σημαδεύουμε ψηλά και τα κόλλυβα μας θυμίζουν πως πρέπει να κοιτάμε χαμηλά να συμφιλιωνόμαστε με την απώλεια, και να ξαναγεννιόμαστε πάλι από τον σπόρο στη γη, μέχρι τον ουρανό.
Και έτσι απλά χωρίς λόγο, τα δικά μου κόλλυβα ήταν αυτό το κειμενο όπως αυθόρμητα βγήκε και ήθελα να το μοιραστώ και που ξέρεις ίσως καταφέρει και να το διαβάσει έως αύριο.
















Comments